ἑστίασις

ἑστίᾱσις, εως, ,
A feasting, banqueting, entertainment, Th.6.46 (pl.), Pl.R.612a (pl.), D.19.234 ; λόγων ἑ. a banquet of speeches, Pl. Ti.27b ; ἑ. συμφορητός, = ἔρανος, Arist.Pol.1286a29.
II public dinner given by a citizen to his fellow-citizens, as a λειτουργία, ib.1321a37.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑστίασις — ἑστίᾱσις , ἑστίασις feasting fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εστίαση — (Φυσ.). Η συγκέντρωση δέσμης ακτίνων σε ένα συγκεκριμένο σημείο. ε. δέσμης ηλεκτρονίων σε έναν σωλήνα καθοδικών ακτίνων. Οι κύριες μέθοδοι στην περίπτωση αυτή είναι η ηλεκτροστατική ε. και η ηλεκτρομαγνητική ε. Στην πρώτη, η δέσμη των ηλεκτρονίων …   Dictionary of Greek

  • ἑστιάσει — ἑστιά̱σει , ἑστίασις feasting fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἑστιά̱σεϊ , ἑστίασις feasting fem dat sg (epic) ἑστιά̱σει , ἑστίασις feasting fem dat sg (attic ionic) ἑστιά̱σει , ἑστιάω receive at one s hearth aor subj act 3rd sg (attic epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιστίασις — ἱστίασις, ἡ (Α) (ιων. τύπος) βλ. εστίασις. [ΕΤΥΜΟΛ. Ιων. παράλλ. τ. τού ἑστίασις*. Για την ερμηνεία τού ἱ βλ. λ. εστία] …   Dictionary of Greek

  • ἑστιάσεις — ἑστιά̱σεις , ἑστίασις feasting fem nom/voc pl (attic epic) ἑστιά̱σεις , ἑστίασις feasting fem nom/acc pl (attic) ἑστιά̱σεις , ἑστιάω receive at one s hearth aor subj act 2nd sg (attic epic doric) ἑστιά̱σεις , ἑστιάω receive at one s hearth fut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Liturgie (Athènes) — Liturgie (Grèce antique)  Cet article concerne l obligation fiscale pesant sur les riches en Grèce antique. Pour le sens religieux du terme, voir liturgie …   Wikipédia en Français

  • Liturgie (Grèce antique) — Cet article concerne l obligation fiscale pesant sur les riches en Grèce antique. Pour le sens religieux du terme, voir liturgie. D …   Wikipédia en Français

  • ГЕСТИАСИИ —    • Έστιάσεις,          большие угощения народа в Афинах, производившиеся в известные праздники и при случае жертвоприношений, на средства казны (см. Θεωρικόν, Теорикон). В период вырождения они, в соединении с другими расходами на развлечение и …   Реальный словарь классических древностей

  • обѣдованиѥ — ОБѢДОВАНИ|Ѥ (2*), ˫А с. То же, что обѣдъ в 1 знач.: никакоже подобаеть ѥдинѣмъ съ женами ˫асти. аще не како съ нѣкыими б҃обо˫азнивыими и бл҃говѣрьныими мѹжи или женами. да и то обѣдованиѥ на исправлѥниѥ дх҃вьноѥ ведеть. (ἡ συνεστίασις) КЕ XII,… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • Liturgia (Antigua Grecia) — Para el término religioso, véase liturgia …   Wikipedia Español

  • αφεστίασις — ἀφεστίασις, η (Α) εστίαση, συμπόσιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < αφ (< απο ) + εστίασις «συμπόσιο»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.